Notes 27/02/2018

 0    18 tarjetas    fiwi
 
término
definición

παραλείπω, εγκαταλείπω

φωνάζω (σε)

at all costs
empezar lección
πάση θυσία

αποδέχομαι

Πολωνικά

recyclables
empezar lección
ανακυκλώσιμα είδη

επικεφαλίδες

raise money
empezar lección
συγκεντρώνω χρήματα

επισκευάζω

κόκκαλο

ερευνητής

υπολείματα

αντικείμενα

εκθέτω

έπειτα

estate agent
empezar lección
κτηματομεσίτης

ατσάλι

Κύριε


Debes iniciar sesión para poder comentar.