Notes 19/12/2017(2)

 0    21 tarjetas    fiwi
 
término
definición

ξαφνικά

all of sudden
empezar lección
ξαφνικά

at the mean time
empezar lección
στο μεταξύ

αλεξίπτωτο

προστατεύω

απελευθερώνω

αναρρώνω

ρίχνω

βλάπτω, καταστρέφω

αρχηγός

work around the clock
empezar lección
εργάζονται όλο το εικοσιτετράωρο

Τουλάχιστον

unexpectedly
empezar lección
απροσδόκητα, απρόσμενα

συντρίμια, χαλίκια

προδοκώ, αναμένω

χάνω

απώλεια

θύμα η ατύχημα

ολόκληρος, -η, -ο

εύφλεκτο

συσσωρεύω


Debes iniciar sesión para poder comentar.