el diccionario polaco - griego

język polski - ελληνικά

tam griego:

1. εκεί εκεί


Θα είμαι εκεί στις πέντε μ.μ.
Φτάσανε εκεί πριν την αυγή.

Griego palabratam"(εκεί) ocurre en conjuntos:

Διάλογος 3/2/2020

2. εκεί πέρα εκεί πέρα