el diccionario alemán - griego

Deutsch - ελληνικά

ohne griego:

1. χωρίς χωρίς


Μπορώ να διαβάσω χωρίς γυαλιά.

Griego palabraohne"(χωρίς) ocurre en conjuntos:

Lektion 13 KB S. 40, 41